Saturday, 29 November 2025

Εργασία και χαρά;

 

-------Αθήνα, Νοέμβριος 2001------
Περπάταγε αμέριμνος βυθισμένος στις σκέψεις του για ακόμα μία φορα
Είχε ακυρώσει το ραντεβού που είχε με τον οδοντίατρο σήμερα το απόγευμα και είχε χρόνο να χαζέψει στις χριστουγεννιάτικες βιτρίνες των καταστημάτων μέχρι να περάσει η ώρα και να βρεθεί με την Ελένη, την συνάδελφό του απο το λογιστήριο.
Της είχε προτείνει να βγούμε και να πάνε για ένα ποτό μία μέρα νωρίτερα, και είχε δεχτεί, μιας και υπήρχε και από την πλευρά της μία συμπάθεια προς το πρόσωπό του.
Έτσι όπως περπατούσε στο κέντρο ξαφνικά συνηδητοποιεί οτι περνάει έξω από τα γραφεία της εφημερίδας που δούλευε πριν πάει στο περιοδικό που είναι τώρα.
Γύρισε Και κοίταξε ψηλά και είδε το τζάμι του παλιού του γραφείου στον δεύτερο όροφο
Απ έξω δεν του φάνηκε να έχουν αλλάξει και πολλά εκεί μέσα
Το φωτιστικό ήταν ίδιο, ενα πίνακας που τον είχε βάλει αυτός στο τοίχο παρέμενε στην θέση του αμετακίνητος, ακόμα και οι κουρτίνες ακριβώς ίδιες “ακόμα δεν τις έχουν πλύνει” σκέφτηκε.
Όταν συνειδητοποίησε ότι έχουν περάσει ήδη 4 χρόνια από την ώρα που κυριολεκτικά τα βρόντηξε όλα κάτω και παραιτήθηκε, ένιωσε ένα περίεργο συναίσθημα να τον κατακλύζει
Ενας κόμπος στο στομάχι.. Ενα μούδιασμα στο δεξί πόδι….
Σαν να του έστελνε μήνυμα το σώμα του να αποφύγει κάτι, κατι το οποίο του κάνει κακό, κάτι το οποίο τον ζορίζει και τον αγχώνει
Κοντοστάθηκε και κοίταζε το παράθυρό του για λίγο
Σε κάποια στιγμή βγάζει ένα τσιγάρο και το ανάβει
Θυμίθηκε ευχάριστες αλλα και δυσάρεστες στιγμές που βίωσε εκεί μέσα, με τις δυσάρεστες να έχουν τα πρωτεία.
Βέβαια, εκει μέσα γνώρισε και την Ιωάννα, με την οποία κράτησε ενα ειδυλλιο για 2 χρόνια σχεδόν.
Όταν η σκέψη του πήγε σε αυτήν ο κόμπος στο στομάχι του χειροτέρεψε
Αισθάνονταν ότι δεν είχε να κάνει τόσο με το γεγονός ότι χώρισαν, όσο με το γεγονός ότι αυτή ήταν η αιτία και έμεινε στην συγκεκριμένη θέση για 4 χρόνια…
Κανονικά θα είχε παραιτηθεί στον χρόνο απάνω και δεν θα είχε να διαχειριστεί όλα τα ψυχοσωματικά που του βγήκαν λόγο δουλείας στην συνέχεια
“Τι να πεις” σκέφτηκε.
“Μουν@κιας ήμουν μία ζωή… τώρα θα αλλάξω;”
“Μην δώ καμία να μου δίνει το φάκελο και να μου χαμογέλα λίγο… εγώ εκεί! Να την γ@μισω και να της κάνω και πρόταση γάμου! Όλα μαζί ταυτόχρονα!”
“Πώς την πατάω πάντα έτσι ρε φίλε, δεν θα καταλάβω”
Όσο τα σκέφτονταν όλα αυτά νιώθει την δόνηση από το κινητό του να χτυπάει
- Ποιός είναι;
- Ελα Ρε μ@λάκα τι λεει;
- Ελα ρε Στεφανε όλα καλα;
- Ναι, λοιπόν άκου για σήμερα ψήνεσαι να πάμε για κανα μπυράκι; έχω κανονίσει να έρθει και μία συνάδελφός μου με μία φίλη της
- Όχι ρε συ, σε λίγο θα πάω να συναντήσω την Ελένη
- Α οκ, την συνάδελφό σου;
- Ναι, και σε αφηνω γιατι θα αργήσω οκ;
- Κανονίζουμε αν είναι από βδομάδα ε;
- Ναι ρε οκ
Με το που έκλεισε το τηλέφωνό του, αμέσως η σκέψη του επανήλθε στην Ιωάννα.
“Μα καλά με αυτή έμεινα σε μία θέση γ@μισέτα μόνο και μόνο γιατί αυτή ήταν 2 γραφεία πιο κάτω από μένα ,και τώρα θα πάω να ξαναβγω με συνάδελφο;” σκέφτονταν
“Τι στο διάολο πάμε και κάνουμε στις δουλειές μας ρε π0υστη μου;”
“Για δουλεία πάμε ή για να βρούμε γκόμενα;”
“Και ο άλλος με συνάδελφο θα βγει….”
Αλλα οσο το σκέφτονταν αυτό, τόσο θυμόταν και το πλούσιο στήθος της Ελένης το οποίο είχε γίνει αντικείμενο μελέτης αλλα και σχολιασμού από όλον τον ανδρικό πληθυσμό του περιοδικού
“Ποτε θα σταματήσω να σκέφτομαι με τον π0τσο μου ρε π0υστη μου” αναρωτήθηκε.
Σε κάποια στιγμή διακρίνεται μπροστά τυ η φιγούρα της Ελένης, να τον περιμένει ακριβώς στο σημείο που είχαν δώσει ραντεβου
Την κοιτάει, τον κοιτάζει και αυτή, και ταυτόχρονα γνέφουν και χαμογελάνε ο ένας στον άλλον.
“Πάμε για άλλα” σκέφτηκε

Friday, 28 November 2025

Social - Αγράμματα ντουγάνια

 

Αγράμματα ντουγάνια

Γίδια, βιαστές

Κατέκλυσαν τα Social

Και λιβανίζουν τον κεφτέ

Λενε οτι τους κατέβει

Χωρίς κανα συρμό

Και μονο που τα διαβάζεις

Σκεφτεσαι να σαλταρεις στον γκρεμό 

Μπαίνεις με fake profile

Για να κανεις το χαμό

Και καταλήγεις με ελκος στομάχου

Και πονοκέφαλο φρικτό

Είναι όλοι σε ομάδες

Και παίρνουνε γραμμή

Απο κόμμα,  από υπουργό

Και στήνουνε κωλί

Αλλα Που θα πάει

Θα γυρισει ο τροχός 

Και όταν θα γυρίσει

Θα γαμηθεί και ο πιο χαζός

Είναι όλοι πουλημένοι 

Και δεν ντρέπονται σταλιά

Μα θα ρθει εκείνη η μέρα

Που θα τρέχουν σαν παιδιά

Θα τους πάρουμε στο κατόπι

Και θα φάνε καρπαζιά

Ο σβέρκος θα πονέσει Και δεν θα βγάζουν τσιμουδιά


Η έξοδος

 

- Ρε μαλακα θα πάμε πουθενα?
- Που να πάμε ρε, όλο στα ίδια και στα ίδια…. βαριέμαι…
- Ε και τι θα κάνουμε σήμερα? Σάββατο είναι
- Ρε μαλάκα, στα ίδια θα πάμε πάλι? Έχω βαρεθεί… τους ξέρουμε όλους, μας ξέρουν όλοι, βαριέμαι να τους βλέπω. Πάει να μου μιλήσει ο άλλος και ξέρω απο πρίν τι θα μου πεί
Γι- α μία μπύρα θα βγουμε ρε μαλάκα, δεν θα λύσουμε και το Κυπριακό
- Καλά… Για μία μπίρα όμως ε; όχι τίποτα ξεφτιλίκια πάλι; να κερνάς σφηνάκια το κάθε ξέκωλο όλο το βράδυ και να μένουμε με το πουλί στο χέρι στο τέλος της βραδιάς
- Ναι ρε μαλάκα! Δεν έχω όρεξη σου λέω…
- Οκ και που θα πάμε;
- Πάμε στο “τοσοδούλι”;
- Ρε μαλάκα εκει τσακώθηκα τελευταία φορά με τον μπάρμαν, δεν θυμάσαι;
- Καλά πάμε τότε στο “Απρόοπτο”;
- Ρε μαλάκα εκεί έχουν να πλήνουν τα ποτήρια από τότε που άνοιξαν το μαγαζί…. Και είναι και 10 χρόνια μαγαζί!
- Ε μα ρε μαλάκα δεν σε βρίσκω πουθενά! Πάμε “Last Dance”;
- Τελευταία φορά που πήγαμε εκεί την έπεσες στην σερβιτόρα και έφαγες επικό ζυμαρικό, θές όντως να πάμε εκεί;
- Εχουμε καμία άλλη επιλογή; αν δεν πάμε εκεί μας βλέπω στο παγκάκι στο παρκάκι, με κουτί μπύρα στο χέρι να συζητάμε σαν φοιτητές για το αν θα πρέπει να φορολογηθεί η Εκκλησία ή όχι
- Καλά πάμε εκεί, αλλα να είσαι φρόνιμος! Το έφαγες μια φορά το ζυμαρικό μήν το ξαναφάς…
- Και σένα τι σε κόφτει ρε μαλάκα; εγω το τρώω
- Εσύ το τρώς, αλλά εγώ θα σε κουβαλάω στο τέλος…. Γιατί μετά που το φάς θα θές να πάμε και αλλού για να πάνε τα φαρμάκια κάτω, και θα πιείς τον κώλο σου, και μετά γάματα με κεφαλαία γράμματα!
- Καλά ρε θα κρατήσω χαρακτήρα!
- Θα κρατήσεις χαρακτήρα και με την σερβιτόρα αλλα και όταν δούμε το Μαράκι με εκείνο τον μαλάκα που σέρνει τώρα τελευταία οκ;
- Καλά ρε μαλάκα δεν θα παίξω και ξύλο για το Μαράκι….
- Ξύλο δεν θα παίξεις αλλά την τελευταία φορά θυμάμαι κάτι λοξά βλέμματα προς την μεριά του και δεν με άρεσαν…
- Καλά! Ντύσου να πάμε, γιατί αν το ζορίσουμε κι άλλο δεν θα βρούμε να κάτσουμε ούτε στην μπάρα του, και πιάνει και το μισό μαγαζί η συγκεκριμένη μπάρα
- Οκ, ντύνομαι τα τα λέμε κάτω
- Ciao!

Tuesday, 25 November 2025

ένα κλαδί αμυγδαλιάς

 


Κοίταζε και ξανακοίταζε την ασπρόμαυρη φωτογραφία

Δεν μπορούσε να θυμηθεί ποτε είχε τραβηχτεί

Φορούσε τα καλά της

Αυτό το καταλάβαινε

Αλλα δεν θυμόταν το μέρος

Ούτε και τις δύο κοπέλες που στέκονταν η μία στα δεξιά της και η άλλη στα αριστερά της

Ήταν φίλες της;

Πρέπει να ήταν φίλες της

Φαίνονταν και οι τρείς χαρούμενες τότε

Χαμογελούσαν και τα πρόσωπά τους έλαμπαν

Αυτή φορούσε και ένα μαργαριταρένιο κολιέ

Πρέπει να είχαν πάει κάπου επίσκεψη

Αλλα μπορεί και όχι

Μάλλον είχαν πάει κάποιο ταξίδι

Γιατί η μεγάλη αίθουσα πίσω τους δεν θύμιζε και πολύ σπίτι

Μάλλον κάτι μεγαλύτερο ήταν

Μάλλον ήταν κάποια αίθουσα

Μπορούσε να διακρίνει το μάρμαρο στο πάτωμα

Αλλα και τα ιδιαίτερα φωτιστικά στο ταβάνι

Αλλα που να ήταν;

Έτσι όπως κρατούσε την φωτογραφία στο χερι της, ξάφνου γυρίζει το βλέμμα της για να δει τον χώρο γύρω της 

Της εμοιαζε γνώριμος 

“Που να είμαι” αναρωτήθηκε

Βλέπει εναν νεαρό με λευκά ρούχα να την πλησιάζει

  • Καλημέρα σας! Πώς είμαστε σήμερα;

  • Καλά! - απαντησε μονολεκτικα αλλα με το βλέμμα της γεμάτο απορία 

  • Σήμερα είναι μεγάλη μέρα! Θα έρθει να σας δεί ο γιος σας μαζί με τα εγγόνια σας!

  • Α! Ωραία, τα εγγόνια μου - απάντησε, αλλα σαν να της βγήκε η απάντηση μηχανικά, χωρίς να την σκεφτεί 

Όσο και να προσπαθούσε δεν μπορούσε να θυμηθεί τον γιο της

Πώς θα είναι; σε ποιον μοιάζει; οιάζει σε αυτήν;

Αλλα ούτε και τα εγγόνια μπορουσε να θυμηθεί

Την έντυσαν με τα καλά της


Την χτένισαν 

Και την έβαλαν να καθίσει σε εναν καναπέ μεγάλο, ο οποίος είχε θέα στον κήπο

Όση ώρα καθόταν στον καναπέ, έβλεπε μία αμυγδαλιά στον κήπο έξω να είναι ανθισμένη


Θυμίθηκε τότε, τα παιδικά της χρόνια το χωριό


Στην αυλή του σχολείου της υπήρχε μία αμυγδαλία η οποία όταν άνθιζε, πηγανε και έκοβε κάποια κλαδιά για να τα πάει σπιτι της και να τα δείξει στον πατέρα της

Θυμάται μάλιστα ότι τα έκοβε και κρυφά, όταν τελείωνε το σχολείο και φεύγαν όλα τα παιδιά μαζί, για να υπάρχει κόσμος έξω στην αυλή και να μην γίνει αντιληπτή από τον δάσκαλο και την βάλει τιμωρία 

Θυμήθηκε τον πατέρα της, πόσο ψηλός ήταν και το χαμόγελό του όταν έβλεπε τα κλαδιά απο την αμυγδαλιά 

Θυμήθηκε τα πειράγματά του σε αυτήν,για τα ξανθα της τα μαλλιά, και πόσο ψηλά την σήκωνε για να δεί τον κόσμο όπως οι μεγάλοι…

Και ξαφνικά, εκεί που κοίταζε την αυλή, βλέπει μία φιγούρα γνώριμη

Σηκώνεται από τον καναπέ και πάει προς τα έξω

Βγαίνει έξω, και πλησιάζει


  • Μπαμπά

  • Καλώς την!

  • Τι κάνεις εδω;

  • Εδώ μένω, μου έφερες κλαδί απο την αμυγδαλιά του σχολείου σου;


Κοιτάζει στα χέρια της και βλέπει ένα κλαδί μυγδαλιάς 


  • Ναι! Να πάρε το!

  • Ωραία! Κάτσε τώρα εδώ μαζί μου…

  • Εντάξει μπαμπά

Sunday, 23 November 2025

Ο Πρωθυπουργός

 




-Ρε μαλακα, σου λεω το έχω ψάξει!
-Τι εχεις ψαξει ρε συ να πούμε τώρα πλάκα μου κάνεις… δεν ακούς τι λές δεν γίνονται αυτά τα πράγματα!
-Μα γ@μιέσαι ρε συ, δεν καταλαβαίνεις τι σου λέω, το διάβασα χθές στην voice και καπάκια το είδα και σε βίντεο στο tik tok
-Μα καλά είσαι σοβαρός η γυναίκα του πρωθυπουργού να είναι τραβέλι, να έχει μπ0υτσ0; δεν γίνονται αυτά ρε συ, αφού όταν παντρεύτηκαν, έγινε μεγάλος σαματάς απο τις κουτσομπολίστικες εκπομπές, έψαξαν ακόμα και με ποιους τα είχε φτιάξει όταν ήταν στο δημοτικό ρε συ. Στο δημοτικό ρε μ@λακα, τότε που ρωτούσαμε το κοριτσάκια αν θέλουν να τα φτιάξουμε, έτσι στο ξεκάρφωτο για να παίξουμε οικογένεια στο δεύτερο διάλειμμα που ήταν το μεγάλο .
-Ρε μ@λακα δεν θυμάσαι όταν ορκίζονταν πρωθυπουργός στο μέγαρο που είχαν πάει όλοι γραβατομένοι, και αυτή φορούσε παντελόνι;
-Ρε μ@λακα αυτό που φορούσε ήταν η τελευταία λέξη της μόδας τότε, σύμφωνα πάντα με την δικιά μου, και κόστιζε όσο 3 μισθοί
-Ρε συ μα σου μιλάω και με πρήζεις, και συμφωνείς εμμέσως με αυτά που λέω, μόνος σου το είπες, φορούσε παντελόνι
-Ε και; και τι με αυτό
-Το φορούσε για να καλύψει τις κ@υλες της! Αν δεν το φορούσε όταν θα τής σηκώνονταν θα φαίνονταν από το φόρεμα που θα φορούσε
-Ρε μαλ@κα παίρνεις ναρκωτικά δεν εξηγείται αλλιώς
-Ρε συ πάμε στοίχημα; ο Ματθαίου ο γνωστος δημοσιογράφος, έχει κάνει ρεπορτάζ και θα τα πεί όλα σε λίγο καιρό, θα γίνει πολύ ντόρος σου λέω!
-Και που θα τα πει ρε συ, σε αυτήν την φυλάδα που τυπώνει; ποιος θα το διαβάσει;
-Θα βγήκε στα κανάλια ρε συ…. με στοιχεία….
-Να το δω και να μην το πιστέψω
-Και θα το δεις και θα το πιστέψεις!
-Και δεν μου λες, σε ποιό κανάλι θα βγεί να τα πεί; για να συντονιστώ το λέω όχι για κανένα άλλο λόγο
-Θα βγεί σε όλα, γιατί θα βγάλει δελτίο τύπου από τα γραφεία του νέου κόμματος
-Όπα τι είναι πάλι αυτό καινούργιο;
-ΝΑΙ ΡΕ! Έρχεται ή ΑΛΛΑΓΗ ρε συ! Θα φτιάξει καινούργιο κόμμα και θα είναι πρώτος μάλιστα και από την πρώτη Κυριακή! Δεν θα χρειαστεί να ξανα κατεβαίνουμε στα εκλογικά και δεύτερες….
-Δεν μου λες αυτό με την αλλαγή το λέει αυτός οτι έρχεται ή θυμάσαι τότε που ήσουν στο ΠΑΣΟΚ;
-Ε αυτος το λέει ρε! Γιατί τώρα θα έρθει και θα αλλάξουν ΟΛΑ!
-Α ναι; πες του μόνο, να προσέχει με τις λέξεις και τα σημαινόμενα αυτων, γιατί αυτός που είχε μιλήσει αρχικά για αλλαγή, και δεν την έκανε, και πληρώνουμε ακόμα τα σπασμένα του.
-ΌΠΑ!.... ΌΛΑ ΚΑΙ ΟΛΑ!.... Τι θα πεί δεν την έκανε; αυτός μας έκανε κράτος! μέχρι τότε είμασταν παροικία….
-Ελα το γ@μισες και αρρώστησε τώρα με τις μ@λακίες που λές
-Τι γάμισα ρε; λάθος τα λέω; Κράτος γίναμε με τον Αντρίκο έφαγε ο κόσμος ψωμί! Ακόμα και οι δεξιοί τον μνημονεύουν ακόμα!
-Φαντάσου πόσα φάγανε για να τον μνημονεύουν μέχρι και αυτοί!
-ΕΔΩ…. έρχεσαι στα λόγια μου! Η Δεξια φταίει για όλα! Δεν είναι άνθρωποι αυτοί, σαύρες είναι! Π0υστιδες είναι! Φαίνονται αν τους κοιτάξεις καλά! Εδώ αυτός που μας κυβερνά έχει γυναίκα τραβέλι!

Saturday, 22 November 2025

Το Ραντεβού



- Εγώ απο μια σχέση τα θέλω όλα!

Επαναλαμβανε ανά τακτά χρονικά διαστήματα ακόμα και όταν μασουλουσε τα φύλλα από την πράσινη σαλάτα που είχε παραγγείλει
Αυτός καθόταν ακριβώς απέναντι της και της εγνεφε καταφατικά, σχεδόν δουλικά, μιας και προσπαθούσε λόγω της αστικής ευγένειας που τον χαρακτήριζε να μην την στείλει στον δι@ολο.
Έτρωγε σιγά σιγά, μασώντας την μπριζόλα του καλά πριν την καταπιεί, και δεν της μιλούσε όταν μασούσε
Ανέπνεε ήρεμα και σταθερά, για να οξυγονώνεται ο εγκέφαλος του, και να μην πάθει και κάνα εγκεφαλικό.
Αν και δεν την πάλευε και πολύ μαζί της, πίεζε τον εαυτό του να μείνει εκεί μέχρι το τέλος της βραδιάς.
Σε κάποια φάση αυτός προφασίζεται οτι θέλει να πάει τουαλέτα
- Με συγχωρείς, αλλα πρέπει να πάω στο WC
- Ok κανένα πρόβλημα, η πόρτα του WC είναι πίσω από τις σκάλες δεν φαίνεται εύκολα
“Έχει ξανάρθει η κυρία εδω….” σκέφτηκε από μέσα του αλλα δεν είπε τίποτα
- Ευχαριστώ θα την βρω.
Είπε και σηκώθηκε από το τραπέζι
Στην ουσία δεν ήθελε να πάει από ανάγκη απλά ήθελε να πλύνει λίγο το πρόσωπό του και να βρεί και μία καλή δικαιολογία με την ησυχία του, για να την κάνει λίγο νωρίτερα από το ραντεβού
Πηγαίνοντας στην τουαλέτα παρατήρησε ότι ο κόσμος στο μαγαζί είχε σπάσει σε σχεση με την ώρα που είχαν έρθει. Τα πιο πολλά τραπέζια ήταν άδεια και οι σερβιτοροι μάζευαν σιγά σιγά και κάποια τραπεζομάντηλα από τα άδεια τραπέζια.
Μπαίνοντας στην τουαλέτα δεν πηγε κάν στις λεκάνες, απλά έκατσε στους νιπτήρες και άνοιξε μία βρύση
Έπλυνε το πρόσωπό του, αλλα δεν του ερχόταν καμία καλή δικαιολογία για να την κάνει έστω και λίγα λεπτά νωρίτερα
Δεν ήταν καλός στις δικαιολογίας επο μικρός
Ήταν μόνος που μαρτυρούσε σχεδόν χωρίς ξύλο αν κάτι συνέβαινε μέσα στην τάξη και ήταν και αυτός αναμεμειγμένος σε αυτό
Βγαίνοντας την είδε από μακριά να έχει σταματήσει το φαγητο και να τον περιμένει κάπως καρτερικά
Εκείνη την στιγμή άλλαξε κάτι μέσα του και την είδε με άλλο μάτι
Τα πυκνά μακριά της κόκκινα μαλλιά, έδειχναν να εκπέμπουν μία λάμψη η οποία την ξεχώριζε μέσα στο ημισκότεινο εστιατόριο, αλλα και η ίδια έδειχνε να αποπνέει μία ευγένεια την οποία δεν την είχε παρατηρήσει στην αρχή
- Όλα καλα; - της λέει ενώ τραβάει την καρέκλα προς τα πίσω για να καθίσει
- Ναι όλα καλα, θές να πού για λογαριασμό να την κάνουμε σιγά σιγά;
- Ναι αμέ ότι θές
- Τι λες να κανουμε μετα απο δω
- Ότι θες εσυ, θες να πάμε και πουθενά αλλου; ή θες να σε πετάξω σπίτι σου;
- Μπα πήγαινέ με σπίτι αν είναι καλύτερα, γιατι εχω σηκωθει απο πρωί και δεν την παλεύω
- Οκ
Πληρώνει τον λογαριασμό αυτός και σηκώνονται να φύγουν από το μαγαζί
Όταν βγήκαν έξω κατευθύνθηκαν με αργά βήματα προς το αυτοκίνητο, σαν να ήθελαν να δώσουν μία παράταση στο ραντεβού τους, της τελευταίας στιγμής, σαν να άλλαξαν γνώμη και να ήθελαν να είναι μαζί για λίγο ακόμη
Μπηκαν στο αυτοκίνητο και έβαλε αυτός μπρός την μηχανή
Κατευθύνθηκαν σχεδόν βουβά σπίτι της, μίας και δεν άνοιξαν καν το ραδιόφωνο σε όλη την διαδρομή .
Κάποια μέτρα πριν φτάσουν στο σπίτι της τον πιάνει φανάρι και σταματά.
Βάζει νεκρά στις ταχυτητες, αλλα δεν σηκώνει το χέρι από τον λεβιε των ταχυτήτων.
Τότε με μία κίνηση την οπία δεν την είχε προβλέψει καν, αυτή βαζει το χέρι της πάνω από το δικό του, αυτός τα χάνει και γυρίζει το κεφάλι του προς αυτήν να την κοιτάξει, γυριζει και αυτή προς αυτόν και με το δεξί της χέρι πιάνει την πίσω μεριά του κεφαλιού του και τον φιλάει με πάθος
Ο χρόνος μοιάζει να σταμάτησε σε εκείνο το φανάρι, και η επόμενη στιγμή που θυμάται είναι όταν είναι και οι δύο ξαπλωμενοι στο κρεβάτι κοιτώντας το ταβάνι.
- Δεν σου εκανα και πολύ καλή εντύπωση στο εστιατόριο ε; - του λέει
- Ε εντάξει και εγώ ήμουν λίγο σφιγμένος, πρώτο ραντεβού ήταν άλλωστε, ήταν η δεύτερη φορά που σε έβλεπα μετα το σπίτι του Μάνου
- Πέρασες καλά; στο εστιατόριο εννοώ
Χαμογελάει ελαφρώς αυτός
- Ναι μία χαρά ήταν, πολύ ωραίο μέρος, και το φαγητό ήταν γενικά καλό
- Ναι καλό ήταν - συμφωνεί και αυτή.
Μετα απο αυτή την τελευταία της φράση, σηκώνεται από το κρεβάτι και πλησιάζει το παράθυρο του δωματίου στο οποιο δεν είχαν κλείσει το πατζούρι, απλά είχαν τραβήξει την πολύ λεπτή κουρτίνα που είχε.
Καθώς πλησίαζε στο παράθυρο τα φώτα της πόλης απ έξω, τόνισαν την καλλίγραμμη της σιλουέτα μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο .
Αυτός, είχε μείνει ξαπλωμένος και την κόιταζε.
“Τι ωραία θα ήταν να σταματούσε ο χρόνος τώρα” σκέφτηκε
Να σταματούσε ο χρόνος εκεί, σε εκείνη την στιγμη, και να μην έρθει το αύριο ποτέ.
Να μείνει αυτή μπροστά στο παράθυρο για πάντα και τα φώτα της πόλης απ’ έξω να τονίζουν την λεπτή της σιλουέτα.
Και αυτός να κάθεται εκεί ακίνητος απλά να την βλέπει.
Σαν να έχει δημιουργηθεί αυτή για αυτόν τον σκοπό και μόνο, για να ποζάρει μπροστά στα μάτια του γυμνή στο μισοσκόταδο

Friday, 21 November 2025

Η Μαρία

 

Την θυμόταν απ’ όταν ήταν συμμαθητές στο σχολείο

Μαρία την λέγαν

Ήταν από τις πιο ωραίες μέσα στην τάξη

Καλή μαθήτρια, και με πολύ καλούς τρόπους

Όλο το πακέτο δηλαδή


Τώρα ήταν μία σκιά του εαυτού της

Την έβλεπε απέναντί του να κάθεται με βλέμμα απλανές, να γυρίζει το κεφάλι της δεξιά αριστερά με αργες κινήσεις, σαν να προσπαθεί να βρει κάποια γνώριμη φυσιογνωμία στον χώρο


Δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε την είδε τελευταία φορά 

Ούτε μπορούσε να θυμηθεί που την είχε δει 


Δεν κάναν και πολύ παρέα μαζί όταν ήταν παιδιά, αντε σε κανά διάλειμμα θα ανταλάσαν καμία κουβέντα, αλλα ούτε και αργότερα, άσχετα με το γεγονός ότι μεγάλωναν στην ίδια γειτονιά


Μία περίοδο μόνο θυμάται αμυδρά που βρίσκονταν και οι δύο στην ίδια παρέα εκεί γύρω στα 20 - 22.


Εκείνη την περίοδο αυτός είχε σχέση με μία φίλη της, που την είχε γνωρίσει τελείως τυχαία σε ενα Cafe. εκείνη ήταν με ενα τύπο περίεργο ο οποίος πίστευε οτι η γή είναι επίπεδη και οτι οι εξωγήινοι δεν κατοικούν στο διάστημα αλλα μέσα στην γη.


Η Μαρία του τότε δεν είχε καμία σχέση με την Μαρία του σήμερα

Το γέλιο και η χαρά είχαν αντικατασταθεί με σιωπή

Το βλέμμα γεμάτο υποσχέσεις και αισιοδοξία είχε αντικατασταθεί με ενα βλέμμα κενό το οποίο δεν θύμιζε σε τίποτα τον παλιό εαυτό της

Τα καταγάλανά της μάτια έδειχναν να έχουν βυθιστεί μέσα στις κόγχες τους, και το γαλάζιο χρώμα τους είχε αντικατασταθεί με το γκρίζο .


Προσπάθησε να κάνει κάποια βήματα μπροστά για να της πείτε μία κουβέντα, αλλα όχι απλά δεν έβρισκε το κουράγιο, δεν έβρισκε και τις λέξεις που θα μπορούσε να πει


Σαν να είχε παγώσει στην θέα της παλιάς του φίλης και να μήν μπορούσε να λειτουργήσει


“Καταραμένη αρρώστια” σκέφτηκε 


Όση ώρα ήταν απέναντί του, αυτός κοιτούσε συνεχόμενα το κινητό του και προσπαθούσε να αποστρέφει το βλέμμα του από αυτήν


Μέχρι που μία στιγμή, γύρισε το κεφάλι της προς αυτόν

Τον κοίταξε μέσα στα μάτια με ένα βλέμμα διαπεραστικό, και ένιωσε σαν να κοιτάζει μέσα στην ψυχή του


Και σε μία στιγμή, ένιωσε να του χαμογελάει

Αυτός τα έχασε

Για μία στιγμή, ήταν σαν να γύρισε ο χρόνος πίσω γίναν πάλι παιδιά 20 χρονών.

Σαν να βρίσκονταν πάλι για καφέ σε εκείνη την καφετέρια, που πήγαιναν με την παλιά τους παρέα. Σάββατο πρωί, να πιουν τον πρώτο καφέ του Σαββατοκύριακου, και να συζητήσουν και να κάνουν όνειρα για το μέλλον τους.


Για μία στιγμή ενιωσε να μυρίζει το άρωμα του φρεσκοκομμένου καφέ, και να ακούει τα γέλια που κάναν όποτε βρισκόταν ώς παρέα.


Αυτή η μαγική στιγμή τελείωσε όταν την πλησίασε ο νοσηλευτής και την βοήθησε να σηκωθεί, και να κάνει κάποια βήματα για να πάει στην αίθουσα για την χημειοθεραπεία


“Καταραμένη αρρώστια” ξανασκέφτηκε και γύρισε ξανά το βλέμμα του στην οθόνη του κινητού του.


Thursday, 20 November 2025

Το Σοφάκι

 Εξω έβρεχε

Όχι απλά εβρεχε… είχε γ@μιθεί να βρεχει αλλα τελος παντων. 

Αυτός ήταν αραχτός στον καναπέ του, ενω απέναντι η τηλεόραση πρόβαλε έναν αγώνα ποδοσφαίρου, απλά και μόνο για να αλλάζει λίγο ο φωτισμός στο σκοτεινό δωμάτιο


Είχε βάλει από ώρα σε ένα ποτήρι ενα Johnnie με cola και το έφερε στα χείλη το αραιά και πού ίσα ίσα για να του αλλάζει την γεύση.


“Ποδόσφαιρο…. Ποιος βέπει ποδόσφαιρο; γιατί να δει κάποιος ποδοσφαιρο;”

“Τι θα του προσφέρει το θέαμα 22 γομαριών να τρέχουν πάνω κατω σε ενα γήπεδο με σορτσάκια και κοντομάνικα μπλουζάκια…”

“Εκτός και αν είσαι Gay, εκεί το καταλαβαίνω”


Διάφορες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του ενω χάζευε με ενα απλανές βλέμμα την τηλεόραση απέναντί του, απο το γιατί ο κόσμος πάει κατα διαόλου και δεν βγαίνει ενας ποusthς να μιλήσει …  μέχρι…. το Σοφάκι!


“Τι λες να κάνει το Σοφάκι; πόσο καιρό έχω να την δώ;”

Αναρωτιώταν

“ Λές να είναι ακόμα με τον άλλον τον μ@λάκα, πως τον είπαμε Μάξιμο;”

“Μα τι όνομα είναι αυτό; Ρωμαίος αυτοκράτορας είναι; και αν είναι στα όργια που θα πάει, θα παίρνει και το Σοφάκι μαζί του;”

“Λες να γουστάρει το Σοφάκι π@ρτούζες και να μην το έχω καταλάβει τόσο καιρό που την βλέπω να μου ετοιμάζει τον καφέ στο cafe που δουλεύει;”


“Αν είναι παρτουζιάρα θα της έχει γίνει το μοuνi σαν το Grand Cannyon στην Αμερική, εκεί με τους Ρωμαίους…”

“Δεν αστειεύονται αυτοι, αν είναι να γ@μίσουν είναι ικανοί να γ@μίσουν απο γριά με το ένα πόδι στον τάφο, μέχρι και ζώα… στο Σοφάκι θα κωλώσουν;”

“Αλλα ρε συ ο τύπος είναι ξενέρωτος, σιγά μήν πάει σε όργια… στην απέξω θα τον έχουν οι υπόλοιποι Ρωμαίοι”  

“Είναι και γιατρός στο επάγγελμα, τι λες να κάνει με τους υπόλοιπους Ρωμαίους;”

“Σιγά μήν κάνει μαζί με αυτούς όργια, αυτόν θα τον έχουν για την επόμενη μέρα, να τους δώσει καμία συνταγή για τα χλαμύδια ή να τους κοιτάξει τον μποuτσ0 αν κολλήσουν και τπτ άλλα περίεργα”

“ Ή μπορεί να κοιτά και τον κ0λο τους, αν έγινε κανα ατύχημα πάνω στην έξαψη της στιγμής”

“ Ή μπορεί να πηγαίνουν σε αυτόν οι γυναίκες, για να δουν αν έπιασαν τίποτα την προηγούμενη νύχτα (και να λάβουν τα μέτρα τους όσον αφορά διατροφές και αναγνωρίσεις), ή θα πρέπει να συνεχίσουν να δουλεύουν μέχρι να τους κάτσει το Jackpot”


“Λες να πηγαίνει σε αυτόν και το Σοφάκι;”

“Μπα όχι, αυτή είναι αγνή και αθώα, ποτε δεν θα έκανε κάτι τέτοιο”


“Αλλα ρε σύ τι λέω, υπάρχουν ακόμα Ρωμαίοι σήμερα; θα τους έφαγαν οι Βυζαντινοί όταν πήραν την εξουσία”

“Μόνο το Σοφάκι είναι αγνό και αθώο,θα το δω πάλι αύριο στο Cafe.”

“Πάμε για ύπνο τώρα”