Tuesday, 25 November 2025

ένα κλαδί αμυγδαλιάς

 


Κοίταζε και ξανακοίταζε την ασπρόμαυρη φωτογραφία

Δεν μπορούσε να θυμηθεί ποτε είχε τραβηχτεί

Φορούσε τα καλά της

Αυτό το καταλάβαινε

Αλλα δεν θυμόταν το μέρος

Ούτε και τις δύο κοπέλες που στέκονταν η μία στα δεξιά της και η άλλη στα αριστερά της

Ήταν φίλες της;

Πρέπει να ήταν φίλες της

Φαίνονταν και οι τρείς χαρούμενες τότε

Χαμογελούσαν και τα πρόσωπά τους έλαμπαν

Αυτή φορούσε και ένα μαργαριταρένιο κολιέ

Πρέπει να είχαν πάει κάπου επίσκεψη

Αλλα μπορεί και όχι

Μάλλον είχαν πάει κάποιο ταξίδι

Γιατί η μεγάλη αίθουσα πίσω τους δεν θύμιζε και πολύ σπίτι

Μάλλον κάτι μεγαλύτερο ήταν

Μάλλον ήταν κάποια αίθουσα

Μπορούσε να διακρίνει το μάρμαρο στο πάτωμα

Αλλα και τα ιδιαίτερα φωτιστικά στο ταβάνι

Αλλα που να ήταν;

Έτσι όπως κρατούσε την φωτογραφία στο χερι της, ξάφνου γυρίζει το βλέμμα της για να δει τον χώρο γύρω της 

Της εμοιαζε γνώριμος 

“Που να είμαι” αναρωτήθηκε

Βλέπει εναν νεαρό με λευκά ρούχα να την πλησιάζει

  • Καλημέρα σας! Πώς είμαστε σήμερα;

  • Καλά! - απαντησε μονολεκτικα αλλα με το βλέμμα της γεμάτο απορία 

  • Σήμερα είναι μεγάλη μέρα! Θα έρθει να σας δεί ο γιος σας μαζί με τα εγγόνια σας!

  • Α! Ωραία, τα εγγόνια μου - απάντησε, αλλα σαν να της βγήκε η απάντηση μηχανικά, χωρίς να την σκεφτεί 

Όσο και να προσπαθούσε δεν μπορούσε να θυμηθεί τον γιο της

Πώς θα είναι; σε ποιον μοιάζει; οιάζει σε αυτήν;

Αλλα ούτε και τα εγγόνια μπορουσε να θυμηθεί

Την έντυσαν με τα καλά της


Την χτένισαν 

Και την έβαλαν να καθίσει σε εναν καναπέ μεγάλο, ο οποίος είχε θέα στον κήπο

Όση ώρα καθόταν στον καναπέ, έβλεπε μία αμυγδαλιά στον κήπο έξω να είναι ανθισμένη


Θυμίθηκε τότε, τα παιδικά της χρόνια το χωριό


Στην αυλή του σχολείου της υπήρχε μία αμυγδαλία η οποία όταν άνθιζε, πηγανε και έκοβε κάποια κλαδιά για να τα πάει σπιτι της και να τα δείξει στον πατέρα της

Θυμάται μάλιστα ότι τα έκοβε και κρυφά, όταν τελείωνε το σχολείο και φεύγαν όλα τα παιδιά μαζί, για να υπάρχει κόσμος έξω στην αυλή και να μην γίνει αντιληπτή από τον δάσκαλο και την βάλει τιμωρία 

Θυμήθηκε τον πατέρα της, πόσο ψηλός ήταν και το χαμόγελό του όταν έβλεπε τα κλαδιά απο την αμυγδαλιά 

Θυμήθηκε τα πειράγματά του σε αυτήν,για τα ξανθα της τα μαλλιά, και πόσο ψηλά την σήκωνε για να δεί τον κόσμο όπως οι μεγάλοι…

Και ξαφνικά, εκεί που κοίταζε την αυλή, βλέπει μία φιγούρα γνώριμη

Σηκώνεται από τον καναπέ και πάει προς τα έξω

Βγαίνει έξω, και πλησιάζει


  • Μπαμπά

  • Καλώς την!

  • Τι κάνεις εδω;

  • Εδώ μένω, μου έφερες κλαδί απο την αμυγδαλιά του σχολείου σου;


Κοιτάζει στα χέρια της και βλέπει ένα κλαδί μυγδαλιάς 


  • Ναι! Να πάρε το!

  • Ωραία! Κάτσε τώρα εδώ μαζί μου…

  • Εντάξει μπαμπά

No comments:

Post a Comment