—--- Ιστορίες —--
Κοίταζε με τις ώρες την παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία πάνω στην βιβλιοθήκη.
Νέος με το αίμα του να βράζει και με βλέμμα σπινθηροβόλο, πάνω στα βουνά να αναμετριέται κάθε μέρα με τον εγχώριο αλλα και τον ξένο κατακτητή
Πρώτα ήταν στο μέτωπο βέβαια, και μετα που έπεσε ανέβηκε στο βουνό.
“Ανέβηκα όπως τόσοι άλλοι.” - Τουλάχιστον έτσι έλεγε
Έτσι έλεγε στις ιστορίες στο εγγονάκι του, αλλα και στα παιδιά του, τα ίδια είχε πει
“Δικαίωμα να λενε ιστορίες έχουν όλοι! Δεν είναι προνόμιο μόνο των παππούδων”
“Όλοι έχουν ανάγκη να ακούσουν από μία καλή ιστορία, όσο χρονών και να είναι”
Την τελευταία φράση την έλεγε τακτικά στο καφενείο, ειδικά όταν στο πρόγραμμα της τηλεόρασης εμφανίζονταν κάποιο δελτίο ειδήσεων.
Όσο συχνά βέβαια και να την έλεγε, ακόμα πιο συχνά την σκέφτονταν.
—-- Σάββατο πρωί —--
Κοιτάζει το ρολόι που φορά στο χέρι του και βλέπει ότι πλησιάζει η ώρα για την καθιερωμένη Σαββατιάτική επίσκεψη του εγγονού του.
Θα τον έφερνε ο γιός του να του κάνει λίγο παρέα μέχρι να κάνει κάποιες δουλειές στο κέντρο που δεν προλάβαινε να τις κάνει μέσα στην βδομάδα
Αυτός με την σειρά του θα πρόσεχε τον μικρό, λέγοντας του μία από τις δεκάδες ιστορίες που είχε ζήσει τα χρόνια του 40’ και θα του έφτιαχνε και τηγανητά αυγά με πατάτες που τόσο του άρεσαν.
Καθώς περίμενε να έρθει, σκέφτονταν τι ιστορία θα του έλεγε, αλλα κυρίως τον βασάνιζε η ιδέα τι θα μπορούσε να τον ρωτήσει ο μικρός σχετικά με τότε.
“Λές να διάβασε κανά κόκκινο βιβλίο και να του έχουν μπεί τιποτε ιδέες και να θέλει να τις συζητήσει μαζί μου;”
“Μπα.. Εχει πατέρα για αυτά”
“Αλλά αυτός δεν συζητάει…. Με τα βίας που του έπαιρνα καμιά κουβέντα όταν ήταν μικρός και γύριζε από το σχολείο και είχε τις μαύρες του”
“Δεν θα με ρωτήσει μωρε τίποτα περίεργο… μικρός είναι ακόμα, ακόμα δεν βγήκε από το αυγό..”
“Αλλα και να με ρωτήσει… Εγώ ήμουν εκεί τότε… εγώ είμαι ο ήρωας!
“Εγώ επιβίωσα και επέζησα από το κρύο και τις σφαίρες που έπεφταν βροχή δίπλα μου!
Και σαν να μην μου έφτανε το μέτωπο, στην συνέχεια ανέβηκα και στο βουνό!
Εκεί να δείς βροχή από σφαίρες και κρύο…
Και αϋπνία, και ρουφιανιλίκι!
Εκεί να δείς που δεν ξέραμε ποιος μας κυνηγά με πιο πολύ μίσος….οι ξένοι ή οι δικοί μας;
Και γιατί μας κυνηγούν οι δικοί μας;
Τι τους κάναμε; σετι τους φταιξαμε;
Στο μέτωπο μαζί τους είμασταν πλάι πλάι, μέχρι που έπεσε.”
Αυτά σκέφτονταν και σηκώνεται απ την καρέκλα για να πάει να βάλει ένα ποτήρι νερό να πιει
Όποτε θυμόταν εκείνη την περίοδο τον έπιανε ενας κόμπος στον λαιμό και δεν μπορούσε να καταπιει
Βάζει σε ένα ποτήρι νερό και πίνει μια γουλιά. Κοιτάζει έξω απο το παράθυρο της κουζίνας και βλέπει τον ήλιο. “Καλοκαιρία έχει σήμερο θα μπορέσω να τον πάω τον μικρό μέχρι και το πάρκο να παίξει με τις κούνιες”
Βγαινοντας απο την κουζίνα πέφτει το μάτι του πάνω στην ασπρόμαυρη φωτογραφία.
“Όλοι ήρωες είμασταν τότε… ειδικά στο μέτωπο
Όσοι πέθαναν, πέθαναν σαν ήρωες!
Ακόμα και αυτοι που βρέθηκαν με σφαίρες στην πλάτη αλλα με το μέτωπο προς τα εμπρός, να κοιτάνε τον εχθρό.
Στο βουνό όμως… δεν ειμασταν όλοι ήρωες.
Εκεί υπήρχαν και οι ρουφιάνοι…. Αυτοι που δεν έμπαιναν ποτέ εμπρός
Αυτοι που ήταν μονιμα με ενα χαρτι και ένα μολύβι στο χέρι και έγραφαν.
Αυτοι που έδιναν εντολές, χωρίς να ρωτήσουν, εμάς που είχαμε περάσει από το μέτωπο
Αυτοι που έδιναν εντολές, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους τα αμούστακα παιδιά και τις έγκυες που είχαμε μαζί μας.
Αλλά δεν φταίνε αυτοί, εμείς φταίμε που τους ανεχόμασταν,
Εγώ φταίω που δεν έπιασα μία χειροβομβίδα να τους τινάξω όλους στον αέρα
Ετσι και αλλιώς δεν ήταν ήρωες.
Όπως δεν ήταν ήρωες και αυτοί που στο μέτωπο πυροβολούσαν από πίσω τους δικούς τους.
Αλλά , αφού τους ανεχτήκαμε αυτούς τότε να που τα κάμαν όλα αυτά, πόσο ήρωες είμαστε εμείς τελικά;”
No comments:
Post a Comment